Δεν ήμουν άνθρωπος του αργού.
Η ζωή μου είχε ρυθμό, πρόγραμμα, στόχους. Πίστευα ότι έτσι προχωράς.
Η Αγγελική δεν προχωρά έτσι.
Έχει τον δικό της ρυθμό. Αργό. Σταθερό. Αδιαπραγμάτευτο.
Κάνει τα πάντα πιο αργά απ’ ό,τι θα ήθελα.
Σηκώνεται, τρώει, ντύνεται, μαθαίνει πιο αργά.
Όχι γιατί δεν μπορεί. Αλλά γιατί έτσι λειτουργεί.
Στην αρχή προσπάθησα να την “φέρω” στα μέτρα μου.
Να την πιέσω. Να την επισπεύσω. Να μην καθυστερούμε.
Δεν δούλεψε. Όσο περισσότερο βιαζόμουν, τόσο περισσότερο κόλλαγε.
Κάπου εκεί κατάλαβα ότι το πρόβλημα δεν ήταν ο ρυθμός της.
Ήταν η δική μου αντοχή στο διαφορετικό.
Η Αγγελική δεν χωράει στα χρονοδιαγράμματα.
Ούτε στα αναπτυξιακά ορόσημα.
Ούτε στις συγκρίσεις.
Θέλει χρόνο για πράγματα που οι άλλοι θεωρούν αυτονόητα.
Και αυτός ο χρόνος δεν είναι όμορφος.
Είναι κουραστικός. Μονότονος. Επαναλαμβανόμενος.
Αλλά είναι αληθινός.
Μου έμαθε να περιμένω χωρίς να θυμώνω.
Να μην τελειώνω τις κινήσεις της.
Να μην “βοηθάω” για να ξεμπερδεύουμε.
Μου έμαθε ότι το γρήγορα δεν είναι πάντα καλύτερα.
Και ότι το αργά δεν σημαίνει αποτυχία.
Ο κόσμος είναι φτιαγμένος για παιδιά που τρέχουν μπροστά.
Η Αγγελική δεν τρέχει. Προχωρά.
Και για να προχωρήσω μαζί της, έπρεπε να κόψω ταχύτητα.
Να αφήσω το άγχος ότι “μένουμε πίσω”.
Να δεχτώ ότι η ζωή μας δεν θα είναι ποτέ συγχρονισμένη με των άλλων.
Η Αγγελική με έκανε να επιβραδύνω.
Όχι από επιλογή. Από ανάγκη.
Και μέσα σε αυτό το πιο αργό, πιο δύσκολο τέμπο,
έμαθα κάτι που δεν έμαθα ποτέ τρέχοντας:
Ότι η ζωή δεν μετριέται με το πόσο γρήγορα πας.
Αλλά με το αν αντέχεις να μείνεις.
Δίπλα της.