Όταν γίνεσαι γονιός, μαθαίνεις να παρατηρείς το παιδί σου με έναν τρόπο που κανείς άλλος δεν μπορεί. Στην περίπτωση της Αγγελικής, αυτό έγινε… τέχνη. Κάθε νέο βήμα, κάθε προσπάθεια, κάθε μικρή ή μεγάλη νίκη της περνούσε από το άγρυπνο βλέμμα μου.
Όχι το τυπικό βλέμμα μιας μαμάς που καμαρώνει, ένα άλλο βλέμμα, πιο προσεκτικό, σχεδόν ερευνητικό.
Στην αρχή, πίστευα ότι ήταν απλώς το μητρικό μου ένστικτο: να βεβαιωθώ πως όλα είναι εντάξει, πως η Αγγελική θα τα καταφέρει, πως δεν θα απογοητευτεί ή αποθαρρυνθεί. Στην πραγματικότητα, όμως, αυτό το βλέμμα κουβαλούσε και την αμφιβολία μου — μια αμφιβολία που δεν ήθελα να παραδεχτώ.
Θυμάμαι μια μέρα, σε μια παιδική χαρά. Η Αγγελική προσπαθούσε να ανέβει στη μεγάλη τσουλήθρα μόνη της. Εγώ στεκόμουν από κάτω, με εκείνο το γνωστό μου μισό-έτοιμο-να-τρέξω βλέμμα. Η φίλη μου η Αλεξάνδρα, που μας παρατηρούσε, μου είπε χαμογελώντας:
«Έχεις κι εσύ αυτό το βλέμμα, ε;»
Την κοίταξα απορημένη. «Ποιο βλέμμα;»
«Το βλέμμα της καχύποπτης. ΕΚείνης που ακόμα δεν ξέρει αν το παιδί μπορεί ή όχι να τα καταφέρει.»
Και τότε κατάλαβα: ναι, το έχω κι εγώ. Αυτό το βλέμμα που ψάχνει να βρει αν το παιδί μου είναι έτοιμο. Που ζυγίζει κάθε κίνηση. Που μετράει αποστάσεις και πιθανότητες πριν καν το ίδιο δοκιμάσει.
Με τον καιρό, έμαθα κάτι πολύτιμο: το βλέμμα αυτό δεν χρειάζεται να εξαφανιστεί — χρειάζεται να αλλάξει. Από «καχύποπτο» μπορεί να γίνει «εμπιστευτικό». Να βλέπει όχι μόνο τις πιθανές δυσκολίες αλλά και τις τεράστιες δυνατότητες.
Η Αγγελική μού έχει δώσει μαθήματα επιμονής και υπομονής που καμία λίστα αναπτυξιακών οροσήμων δεν μπορεί να χωρέσει. Μου έχει δείξει ότι τα ορόσημα δεν είναι πάντα σελίδες ενός βιβλίου ή ηλικίες σε έναν πίνακα· είναι στιγμές που κατακτώνται με τον δικό της ρυθμό, με τον δικό της τρόπο.
Τώρα, όταν την παρατηρώ, προσπαθώ να χαλαρώνω εκείνο το βλέμμα. Να το αφήνω να γεμίσει περισσότερο με περιέργεια και λιγότερο με ανησυχία. Γιατί, αν κάτι έχω μάθει, είναι πως η Αγγελική ξέρει να με εκπλήσσει κάθε φορά που της δίνω χώρο να δοκιμάσει.
Κι ίσως, τελικά, το καλύτερο που μπορώ να της προσφέρω, είναι αυτό: λιγότερο «θα τα καταφέρει;» και περισσότερο «για να δούμε τι θα κάνει σήμερα».